«Πριν από μερικά χρόνια ο φόβος της μοναξιάς καθόριζε τη ζωή μου. Οι κοινωνικές μου επαφές ήταν ελάχιστες και αυτό έκανε τα πράγματα χειρότερα. Ένα βράδυ βρισκόμουν σε μία παρέα και συζητούσαμε για το πού θα πάμε. Συμφωνήσαμε όλοι μας, εκτός από ένα άτομο. Αντιπρότεινε κάτι, που γνώριζα ότι δεν ήταν στις πρώτες επιλογές των υπολοίπων. Όμως, για τους δικούς τους λόγους, ενέδωσαν στην πίεσή του.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό. Και ως τότε το παράβλεπα επειδή με κατέβαλε η αποδυναμωτική ερώτηση: «Θα αντέξω να μείνω μόνος μου;» Και όσο η απάντηση ήταν όχι, τόσο θυσίαζα τον ίδιο μου τον εαυτό στον βωμό της ανάγκης μου να ανήκω σε μία παρέα.
Όμως εκείνο το βράδυ αποφάσισα να γυρίσω σπίτι μου και να μην ακολουθήσω. Δεν ήταν το συγκεκριμένο περιστατικό από μόνο του τόσο βαρύ, αλλά το γεγονός ότι το ποτήρι ξεχείλισε. Μαζί με αυτό, ξεχείλισε η υπομονή μου και η αίσθηση του φόβου ότι θα έχανα τον αυτοσεβασμό μου.
Γυρίζοντας σπίτι, κάθισα στο μπαλκόνι και σκεφτόμουν για πολλή ώρα. Δεν ήταν ένα εύκολο βράδυ, αλλά πέραν της στεναχώριας, υπήρχε μία υπέροχη εσωτερική αίσθηση δύναμης, η οποία με διαπερνούσε. Γνώριζα ότι τίμησα τον εαυτό μου.
Από τότε έχουν υπάρξει και άλλες φορές που προτίμησα να μην ακολουθήσω ανθρώπους ή παρέες που δεν μου ταίριαζαν – και πολύ περισσότερο, που δεν με σέβονταν. Γιατί τα τελευταία χρόνια η ερώτηση που κυριαρχεί είναι:
Είναι ο εαυτός μου τόσο κακή παρέα ώστε να προτιμάω να είμαι με ανθρώπους που δεν με σέβονται;»
Ήταν ένα απόσπασμα από το e-book μου, το «Οι 7 ερωτήσεις που άλλαξαν τη ζωή μου».
Θα το βρεις ολόκληρο εδώ: