Παρατηρώ συνεχώς τους ανθρώπους τα τελευταία χρόνια. Το πώς επικοινωνούν μεταξύ τους και το τι αναζητάνε. Και νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να νιώσουμε ότι ακουγόμαστε. Θα έλεγε κανείς πως θέλουμε να νιώσουμε ότι υπάρχουμε ή έστω ότι είμαστε σημαντικοί.
Τα τελευταία χρόνια έχω εστιάσει όσο τίποτα άλλο στο να μάθω να επικοινωνώ καλύτερα με τους ανθρώπους. Αλλά και να μάθω να τους ακούω. Θα σταθώ σε αυτό το τελευταίο.
Ήμουν πάντα ο άνθρωπος που δυσκολευόταν να μιλήσει. Ντροπαλότητα, εσωστρέφεια και κοινωνικό άγχος. Όλα μαζί. Σχεδόν πάντα ήταν αυτονόητο ότι θα μιλούσε περισσότερο ο συνομιλητής μου, ακόμα και αν είχε τη γνήσια πρόθεση να με ακούσει. Ήταν μία προτεραιότητα που τους παραχωρούσα, ακόμα και αν δεν την αναζητούσαν.
Και όμως, δεν άκουγα πάντα τόσο προσεκτικά. Όχι επειδή δεν το ήθελα, ούτε επειδή λαχταρούσα να μιλήσω εγώ. Αλλά επειδή είχα έντονο άγχος για το πόσο “φυσιολογικός” θα δείχνω. Έτρεμα μήπως καταλάβουν ότι μιλάω λίγο. Φοβόμουν τις άβολες παύσεις και έσπευδα να βρω τη φράση που θα πω για να τις γεμίσω όταν θα ερχόταν η σειρά μου.
Τα δούλευα επί χρόνια όλα αυτά, μέχρι που άρχισα να νιώθω πιο άνετα. Μία λύτρωση που με κάνει να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη, αλλά και να νιώθω πιο “ελαφρύς”. Και το κυριότερο: μου επιτρέπει να είμαι λιγότερο στις σκέψεις μου και περισσότερο στη στιγμή. Λιγότερο στον φόβο μου για τους ανθρώπους και περισσότερο στους ίδιους τους ανθρώπους.
Και εκεί αρχίζω να τους ακούω πραγματικά. Και αυτό με κάνει χαρούμενο, όπως πιστεύω και εκείνους. Είναι τότε που το φοβισμένο μου Εγώ δίνει τη θέση του σε ένα πιο ελεύθερο Εμείς.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα.