Μερικές φορές το δύσκολο είναι να προχωράς αργά

Την περασμένη εβδομάδα έτρεξα για πρώτη φορά στον διάδρομο μετά από δεκαπέντε περίπου μήνες. Έτρεξα αργά, αλλά αυτό ακριβώς ήταν που με δυσκόλευε περισσότερο.

Κάποτε είχα τρέλα με το γυμναστήριο και τα βάρη. Πάντα έτρεχα μερικά λεπτά για ζέσταμα ή έμενα κανένα μισάωρο για τζόκιν μετά τα βάρη. Όμως πριν από δυόμιση χρόνια ξεκίνησα μία φορά την εβδομάδα να χρονομετρώ τις επιδόσεις μου. Ξεκίνησα από τα πέντε χιλιόμετρα και κατέληξα στα δέκα. Με την ταχύτητα να ανεβαίνει και την επίδοση να βελτιώνεται.

Είχα φτάσει να τρέχω με έναν ρυθμό περίπου 11,5 χιλιόμετρα την ώρα και να κάνω την απόσταση των δέκα χιλιομέτρων σε κάτι παραπάνω από πενήντα λεπτά. Για όποιον γνωρίζει, είναι μια επίδοση που απέχει πάρα πολύ από αυτόν των αφοσιωμένων αθλητών, αλλά παραμένει σίγουρα ένας αξιοπρεπής χρόνος.

Τα πράγματα πήγαιναν καλά, μέχρι που άρχισαν μερικές ενοχλήσεις. Και όχι, δεν το παράκανα. Ήταν συμπωματικές θεωρώ. Όμως μία ίωση που πέρασα τον περσινό Φεβρουάριο και ορισμένα κατάλοιπα που άφησε, με ανάγκασε να παραμείνω έναν μήνα μακριά από τις προπονήσεις. Και αυτό έφερε την αναβλητικότητα. Και η αναβλητικότητα μία μεγάλη παρέκκλιση από τη διατροφή μου. Και όλα αυτά, πρόσθεσαν λίγο βάρος. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά αρκετό για να με αποθαρρύνει να συνεχίσω τις χρονομετρημένες προπονήσεις. Και με τη σειρά του, οποιοδήποτε κίνητρο για τρέξιμο.

Όλα ή τίποτα. Ένα μεγάλο αγκάθι στην ιστορία μου στο γυμναστήριο και στη διατροφή, που δεν μου φτάνουν οι γραμμές για να το αναλύσω σε αυτό το ποστ.

Μέχρι τη στιγμή που ένιωσα ότι κάτι έλειπε. Όχι τόσο το χρονομετρημένο τρέξιμο, αλλά απλά η αίσθηση του ότι έτρεξα. Τόσο με το σώμα μου, αλλά κυρίως με το μυαλό μου. Γιατί όταν τρέχω μισή ή και μία ώρα, είμαι κυρίως εγώ και οι σκέψεις μου.

Μου έλειπε η αίσθηση ότι ξεπερνάω τον εαυτό μου αλλά και την αντίσταση του νου, που με παρότρυνε να σταματήσω για να δώσω τέλος στην κούραση. Μου έλειπε και η υπέροχη αίσθηση της επίτευξης που μένει στο τέλος, όπως και η ψυχική εφορία που κυριαρχεί μετά.

Και την περασμένη Παρασκευή έφτασα επιτέλους στο ραντεβού μου με τον διάδρομο. Χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες και με ένα σώμα πιο βαρύ. Και σίγουρα χωρίς τη ψευδαίσθηση ότι θα τρέξω τα χιλιόμετρα που έκανα πριν από τόσους μήνες. Με την ταχύτητα στο 8,5 αντί για το 11,5.

Και εκεί κάπου κερδήθηκε η μεγάλη μάχη. Όχι στον χρόνο ούτε στην ταχύτητα, αλλά στη χαρά του ότι το ξαναέκανα. Τι και αν έτρεξα “μόνο” τρία χιλιόμετρα αντί για πέντε ή δέκα; Σημασία είχε ότι έτρεξα. Και το κυριότερο, ότι βρήκα το κίνητρο να μου επιτρέψω να τρέξω αργά.  

Μία νίκη πολύ σημαντικότερη από εκείνη με το χρονόμετρο.

Μία νίκη κόντρα στον εγωισμό μου.

Μία νίκη κόντρα στον “κακό” μου εαυτό.

Κύλιση στην κορυφή